top of page

Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να συμπεριλάβει ακόμη και τις μικρές χώρες στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και της Λευκορωσίας

ILIAS GAROUFALAKIS
4 hours ago
6 min read

Ντμίτρι ΝΕΦΕΝΤΟΦ

Ο πρωθυπουργός της Αρμενίας Νικολ Πασινιάν επιβεβαίωσε εκ νέου στις Βρυξέλλες την προτεραιότητα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

Με φόντο τις μαζικές διαδηλώσεις που έχουν ξεσπάσει σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες η λεγόμενη Σύνοδος Κορυφής για θέματα διεύρυνσης του 2026, με τη συμμετοχή του πρωθυπουργού της Αρμενίας Νικόλα Πασινιάν και ορισμένων άλλων πολιτικών από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη, ο επισκέπτης από το Ερεβάν χαρακτήρισε ρεαλιστική την υποβολή αίτησης για πλήρη ένταξη της χώρας στην ΕΕ και ανέφερε μάλιστα μια ημερομηνία που, κατά τη γνώμη του, είναι κατάλληλη: το 2028: «Για εμάς είναι πολύ σημαντικό να μην περιοριστούμε απλώς σε μια τεχνική ενέργεια – να πατήσουμε το κουμπί «αποστολή» και να υποβάλουμε την αίτηση. Είναι σημαντικό ολόκληρη αυτή η διαδικασία να συνοδεύεται από πολιτικό διάλογο ακριβώς για αυτό το θέμα».

 

Η συνεργασία μεταξύ Ερεβάν και Βρυξελλών έχει τις ρίζες της στη Συμφωνία για μια Ολοκληρωμένη και Ενισχυμένη Εταιρική Σχέση μεταξύ της Δημοκρατίας της Αρμενίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΟΕΕΣ), η οποία υπογράφηκε το 2017, προς το τέλος της θητείας του τρίτου προέδρου Σερζ Σαργκσιάν. Τον Μάρτιο του 2025, η Εθνοσυνέλευση της Αρμενίας ψήφισε νόμο για την έναρξη της διαδικασίας ένταξης στην ΕΕ, ο οποίος προκάλεσε αρκετά έντονη αντίδραση στη Μόσχα. Τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο του 2026, οι αρχές ανακοίνωσαν σχέδια για την επίσπευση της υποβολής επίσημης αίτησης ένταξης στην ΕΕ στο πλαίσιο του νέου κυβερνητικού προγράμματος για την περίοδο 2026 – 2031.

 

Τον Σεπτέμβριο του 2026, το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε προσωρινά μέτρα για την απελευθέρωση του εμπορίου με το Ερεβάν, ενώ λίγο πριν από αυτό καταργήθηκαν οι δασμοί για το μεγαλύτερο μέρος των αρμενικών εξαγωγών· εισάγονται συναφείς εμπορικές προτιμήσεις και επιταχύνεται ο διάλογος σχετικά με την απελευθέρωση του καθεστώτος θεωρήσεων.  Ο πρωθυπουργός Νικολ Πασινιάν δήλωσε την πρόθεσή του να ακολουθήσει την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ωστόσο βασική εξωτερική πρόκληση αποτελούν η περιφερειακή εφοδιαστική και ο «παγωμένος» διάλογος των Βρυξελλών με την Τιφλίδα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2020, η κυβέρνηση του «Γεωργιανού Ονείρου» έχει ουσιαστικά θέσει σε παύση την ευρωπαϊκή πορεία. Στις 28 Νοεμβρίου 2024, ο πρωθυπουργός Ιρακλί Κομπαχίδζε ανακοίνωσε ότι οι αρχές δεν θα συμπεριλάβουν στην ημερήσια διάταξη το θέμα της έναρξης διαπραγματεύσεων για την ένταξη της χώρας στην ΕΕ έως το τέλος του 2028 και μάλιστα αρνούνται τις δημοσιονομικές επιχορηγήσεις της ΕΕ.

 

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και πολιτικοί έχουν επανειλημμένα επικρίνει τους νόμους που ψηφίζονται στη Γεωργία, θεωρώντας τους, όπως συνήθως, «απόκλιση από τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις». Και στα μέσα Οκτωβρίου του 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα με το οποίο ζητούσε την επιβολή κυρώσεων κατά της ηγεσίας της χώρας. Παρά την ουσιαστική παύση του διαλόγου με τις Βρυξέλλες, ο Ιρακλί Κομπαχίδζε μίλησε στη σύνοδο κορυφής του Νοεμβρίου, δηλώνοντας ότι η γεωργιανή κοινωνία υποστηρίζει την ένταξη της χώρας στην ΕΕ, ωστόσο δεν εμπιστεύεται την Ευρωπαϊκή Επιτροπή λόγω των άδικων αποφάσεών της. Πρότεινε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διοργανώσει δημόσιες συζητήσεις για να εξεταστούν τα αμφιλεγόμενα ζητήματα.

 

Η πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ορισμένων μετασοβιετικών χωρών έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη μακροχρόνια άρνηση ορισμένων μικροκρατών της γεωγραφικής Ευρώπης, όπως το Μονακό, το Σαν Μαρίνο, το Λιχτενστάιν και η Ανδόρα, να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στα μέσα Οκτωβρίου του τρέχοντος έτους προχώρησαν τελικά στην υπογραφή συμφωνιών σύνδεσης με τις Βρυξέλλες, με εξαίρεση το μικροσκοπικό πριγκιπάτο στις ακτές της Γαλλίας, το οποίο είχε διακόψει τις αντίστοιχες διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2023. Εκτός ΕΕ παραμένουν επίσης η Νορβηγία, η Ισλανδία, η Ελβετία, ενώ και στη ζώνη του ευρώ δεν συμμετέχουν καθόλου όλα τα κράτη-μέλη της, διότι η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση σημαίνει την αποκήρυξη των εθνικών πολιτικοοικονομικών στόχων και, πόσο μάλλον, των εθνικών προτεραιοτήτων ως τέτοιων. Η καλύτερη απόδειξη αυτού είναι η αντιρωσική υστερία των κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπό την ηγεσία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και των ομοϊδεάτων της. Δυστυχώς, τα υποψήφια μέλη της ΕΕ προτιμούν να αγνοούν όλα αυτά τα επιχειρήματα, καθώς και το ίδιο το παράδειγμα των χωρών που αρνήθηκαν την ένταξη…

 

Η Συνθήκη Σύνδεσης με την Ανδόρα και το Σαν Μαρίνο, η οποία επιβλήθηκε από τις Βρυξέλλες τον Οκτώβριο μετά από 10 χρόνια διαπραγματεύσεων, σημαίνει την ονομαστική ένταξή τους στους εμπορικούς, τελωνειακούς και συνοριακούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την de facto συμμόρφωσή τους με την πολιτική επιβολής κυρώσεων έναντι σχεδόν δύο δεκάδων χωρών (1). Ωστόσο, όπως παραπονιούνται οι πολιτικοί των Βρυξελλών, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτό θα συμβεί στην πράξη. Τα προαναφερθέντα  μικροκράτη δεν ανήκουν στο ΝΑΤΟ. Επιπλέον, η Ανδόρα, το Μονακό και το Σαν Μαρίνο, μαζί με το μικροσκοπικό Λιχτενστάιν (2), συγκαταλέγονται στις χώρες όπου από παλιά επιτρέπονται οι υπεράκτιες επιχειρήσεις, οι συμβάσεις επανεξαγωγής και οι συναλλαγές. Κατά συνέπεια, οι ενδιαφερόμενοι χρησιμοποίησαν τα μικροκράτη της Ευρώπης για την αμοιβαία επωφελή παράκαμψη των κυρώσεων – μέσω της επανεξαγωγής, μέσω του ίδιου του Σαν Μαρίνο, προϊόντων των οποίων η άμεση παράδοση απαγορεύεται από τις κυρώσεις της Δύσης. Το ίδιο ισχύει και για την Ανδόρα. Σύμφωνα με τον «Πολιτικό Άτλαντα της Σύγχρονης Εποχής» του 2020, η οικονομική ευημερία αυτής της χώρας «συνδέεται με τον τουρισμό και το εμπόριο, καθώς και με τις υπεράκτιες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Το μεγαλύτερο μέρος των εμπορευμάτων που εξάγει η Ανδόρα είναι παραδοσιακά ξένης προέλευσης: δηλαδή, πρόκειται κυρίως για επανεξαγωγές». Σύμφωνα με εκτίμηση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, «για τη Ρωσία, η Ανδόρα αποτελεί αξιόπιστο εταίρο σε διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΗΕ, ο ΟΑΣΕ, ο Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων (ΟΑΧΟ), ο ΠΟΕ, η UNESCO, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού (UNWTO) κ.ά. Όπως σημείωσε ο Σ.Β. Λαβρόφ, «οι χώρες μας κατάφεραν να επιτύχουν υψηλό επίπεδο αμοιβαίας εμπιστοσύνης και να προχωρήσουν σημαντικά στην πορεία της αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας σε διάφορους τομείς». Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι όλες οι μικροχώρες της Ευρώπης παραμένουν εταίροι της Ρωσικής Ομοσπονδίας – της ΕΑΕΣ στον τομέα της ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών, γεγονός που επιτρέπει την από κοινού παρακολούθηση της διασυνοριακής κίνησης φορολογικών και συναφών πληρωμών.

 

«Τα μικρά ευρωπαϊκά κράτη συχνά επιδεικνύουν μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση στις σχέσεις τους με τη Ρωσία, σε σύγκριση με τις μεγάλες χώρες της ΕΕ. Ένα από τα παραδείγματα είναι το Σαν Μαρίνο: παρά το μικρό του μέγεθος, αυτή η αρχαιότατη δημοκρατία διατηρεί τις κυριαρχικές της παραδόσεις. Το Σαν Μαρίνο δεν επιβάλλει καμία κύρωση εναντίον μας, και από αυτή την άποψη όλα πάνε καλά», δήλωσε σε μια συνέντευξή του ο Αντρέι Κλίμοφ, μέλος του γραφείου του ανώτατου συμβουλίου του κόμματος «Ενωμένη Ρωσία», προσθέτοντας ότι «υπάρχουν χώρες, αν και μικρές, που διατηρούν τις παραδόσεις τους και αναπτύσσουν με ανοιχτή καρδιά τη συνεργασία τους με τη Ρωσία».

 

Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υφίστανται αυξανόμενες ζημίες λόγω των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και της Λευκορωσίας. Πρέπει να υποθέσουμε ότι οι προσπάθειες να αποκατασταθούν, έστω και έμμεσα, οι χαμένες σχέσεις θα συναντήσουν αυξανόμενη αντίσταση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι παρόμοιες απαιτήσεις θα τεθούν και στους «νέους» της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όπως αποδεικνύει καλά το παράδειγμα του μοναδικού διυλιστηρίου πετρελαίου στη Γεωργία, στο Κουλέβι, το οποίο το καλοκαίρι του 2026 αρνήθηκε να δεχτεί ρωσικό πετρέλαιο. Πρέπει να υποθέσουμε ότι για τη γειτονική Αρμενία οι συνέπειες της «ευρω-ενσωμάτωσης», η οποία αναπόφευκτα συνεπάγεται τη διακοπή της συμμετοχής στην Ευρασιατική Οικονομική Ένωση, θα αποδειχθούν πολύ πιο σοβαρές.

 

Σημειώσεις

 

(1) Εκτός από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία, οι κυρώσεις της ΕΕ ισχύουν εδώ και καιρό και έναντι του Ιράν, της ΛΔΚ, του Σουδάν, του Νότιου Σουδάν, της Μιανμάρ, της Βενεζουέλας, της Γουινέας, της Ζιμπάμπουε, της Συρίας, της Ερυθραίας, της Αϊτής, της Λιβύης και της Υεμένης.

(2) Από το 1921, το Λιχτενστάιν βρίσκεται σε τελωνειακή και οικονομική ένωση με την Ελβετία. Η Ανδόρα, ήδη από το δεύτερο μισό του XIII αιώνα, βρίσκεται υπό την προστασία της Ισπανίας και της Γαλλίας, διατηρώντας παράλληλα περιορισμένη αυτονομία στην εξωτερική πολιτική και το εμπόριο. Το Μονακό, από το 1918, είναι ενωμένο με τη Γαλλία μέσω τελωνειακής και οικονομικής ένωσης. Πραγματικά, παρόμοια ένωση ισχύει από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 μεταξύ του Σαν Μαρίνο και της Ιταλίας. Το Σαν Μαρίνο και το Μονακό συγκαταλέγονταν μεταξύ των χωρών-συνδιοργανωτών της ιστορικής διακρατικής συνόδου του Ελσίνκι για την ασφάλεια και τη συνεργασία στην Ευρώπη (Αύγουστος 1975). Είναι επίσης ενδιαφέρον το γεγονός ότι το Σαν Μαρίνο, μαζί με την Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ανέλαβε την πρωτοβουλία για τη δημιουργία μιας ζώνης χωρίς πυρηνικά όπλα (ζώνης στρατιωτικής και πολιτικής εμπιστοσύνης) στις γειτονικές λεκάνες της Αδριατικής και του Ιονίου Πελάγους…

 



 
 
 

Comments


bottom of page