«Κανείς άλλος δεν διαθέτει κάτι τέτοιο». Στην ΕΕ αποκαλύφθηκε πού βρίσκεται η δύναμη της Ρωσίας
- ILIAS GAROUFALAKIS
- 5 hours ago
- 3 min read

Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μιλά στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο - RIA Novosti, 1920, 05.09.2026
© RIA Novosti / Αλεξέι Βιτβίτσκι
Ζαϊνουλλίν: χωρίς τις εισαγωγές από τη Ρωσία, τα λιπάσματα ενδέχεται να ακριβήνουν κατά 150-600%
ΜΟΣΧΑ, 5 Σεπτεμβρίου — RIA Novosti, Σβετλάνα Μεντβέντεβα. Τα ρωσικά λιπάσματα εξασφαλίζουν την επισιτιστική ασφάλεια, γι’ αυτό και μέχρι στιγμής δεν έχουν υποπέσει σε αυστηρές κυρώσεις. Όμως, αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος. Για το γιατί η Ευρώπη δεν βιάζεται να κλείσει οριστικά τις πόρτες της — στο ρεπορτάζ της RIA Novosti. «Το καταλαβαίνουν ακόμη και οι πιο θερμοκέφαλοι» Κατά το πρώτο εξάμηνο, οι προμήθειες προς τις ΗΠΑ αυξήθηκαν σχεδόν κατά ένα τέταρτο. Ωστόσο, η Δυτική Ευρώπη καταναλώνει ακόμη περισσότερο, όπως ανέφερε σε συνέντευξή της στο RIA Novosti η επικεφαλής του Ρωσικού Κέντρου Εξαγωγών (ΡΚΕ) Βερόνικα Νικίσινα. «Λόγω της παγκόσμιας σημασίας των ρωσικών λιπασμάτων για την επισιτιστική ασφάλεια, η απαγόρευσή τους θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες. Αυτό το καταλαβαίνουν ακόμη και οι πιο θερμοκέφαλοι», εξήγησε.
Γι’ αυτό και στην ΕΕ περιορίστηκαν στους δασμούς: από την 1η Ιουλίου του 2025, στον τελωνειακό δασμό του 6,5% προστέθηκαν 40 ευρώ ανά τόνο για τα αζωτούχα και 45 ευρώ για τα μικτά λιπάσματα. Μέχρι το 2028, τα ποσά αυτά αναμένεται να αυξηθούν σταδιακά σε 315 και 430 ευρώ αντίστοιχα. Οι αγορές γίνονται σε χιλιάδες τόνους. Τον Ιούνιο — 201 χιλιάδες, αξίας σχεδόν 94 εκατομμυρίων ευρώ.
Οι ΗΠΑ μάλιστα το 2022 συμπεριέλαβαν τα ρωσικά λιπάσματα στον κατάλογο των προϊόντων ζωτικής σημασίας.
Μεταξύ των άλλων αγοραστών συγκαταλέγονται η Κίνα, η Βραζιλία και η Ινδία. Πέρυσι, οι εξαγωγές προς την Αφρική ήταν ενάμισι φορές περισσότερες από ό,τι το 2024, ενώ από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 2026 σημειώθηκε αύξηση σχεδόν κατά τα δύο τρίτα σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2025.
Η Ρωσία παράγει περίπου 65 εκατομμύρια τόνους λιπασμάτων ετησίως και εξάγει έως και 45 εκατομμύρια, διευκρινίζει ο Σεργκέι Ζαϊνούλιν, καθηγητής του τμήματος διαφήμισης του πανεπιστημίου «Συνέργεια».
Δύο έως τρεις φορές χαμηλότερη
Συνεχίζοντας τις αγορές και μη επιβάλλοντας κυρώσεις, η Δύση αναγνωρίζει ότι η Ρωσία αποτελεί βασικό παράγοντα στη διεθνή σκηνή στον τομέα των ορυκτών λιπασμάτων, τόσο ως προς την τιμή όσο και ως προς την ποιότητα, σημειώνει η Εκατερίνα Νοβικόβα, αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Οικονομικής Θεωρίας του Ρωσικού Οικονομικού Πανεπιστημίου «Γ. Β. Πλεχάνοφ».
«Το μερίδιο του φυσικού αερίου ως πρώτης ύλης στην αξία των λιπασμάτων είναι πολύ υψηλό: για τα αζωτούχα λιπάσματα φτάνει το 70-80%. Γι’ αυτό η ρωσική τιμή σε ορισμένα προϊόντα μπορεί να είναι δύο έως τρεις φορές χαμηλότερη από αυτή των άλλων παραγωγών», επισημαίνει ο Ζαϊνούλιν.
Ήδη το 2024, ο γενικός διευθυντής της Fertilizers Europe, Αντουάν Χόκσα, είχε δηλώσει ότι η ΕΕ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό «από τα φθηνά ρωσικά λιπάσματα ουρίας».
Η εισαγωγή είναι συμφέρουσα και λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας.
Η Ρωσία διαθέτει ευρύ φάσμα προϊόντων: αζωτούχα, καλιούχα, φωσφορικά και διάφορα είδη σύνθετων λιπασμάτων. Είναι υψηλής ποιότητας (πλούσια σε θρεπτικά συστατικά) και φιλικά προς το περιβάλλον (χαμηλή περιεκτικότητα σε κάδμιο και άλλα επιβλαβή μέταλλα), κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ΕΕ.
Κατά εκατοντάδες τοις εκατό
Λόγω της μοναδικής βάσης πρώτων υλών, της τεράστιας κλίμακας παραγωγής και της σοβαρής έλλειψης ελεύθερων παραγωγικών δυνατοτήτων παγκοσμίως, είναι αδύνατο να βρεθεί πλήρης αντικατάσταση των ρωσικών προμηθειών, πιστεύει η Νοβικόβα.
Και οι δασμοί που επιβάλλει η ΕΕ, υποτίθεται για να μειώσει την εξάρτηση από τη Μόσχα και να ενθαρρύνει τη διαφοροποίηση, οδηγούν μόνο σε αύξηση των δαπανών των αγροτών και των μεγάλων αγροτικών ομίλων, υπογραμμίζει ο Ζαϊνούλιν.
«Αν ξαφνικά τα ρωσικά προϊόντα εξαφανιστούν από την αγορά, οι τιμές θα εκτοξευθούν: τα αζωτούχα λιπάσματα κατά 200%, τα φωσφορικά κατά 150% και τα καλιούχα κατά 600%», προβλέπει ο εμπειρογνώμονας.
Κατά συνέπεια, τα τρόφιμα θα ακριβήνουν. «Η Δύση το καταλαβαίνει αυτό. Λαμβάνοντας υπόψη την ήδη δύσκολη κατάσταση της ευρωπαϊκής οικονομίας, ένα επιπλέον πρόβλημα με τα τρόφιμα ενέχει τον κίνδυνο κατάρρευσης των παγκόσμιων αγορών», εκτιμά η Νοβικόβα.
Επομένως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η Ρωσία — μεταξύ άλλων και στον τομέα των ορυκτών λιπασμάτων.




Comments